Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 30 ΜΑΗ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΑΘΗΝΑ: ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗ 10:30 π.μ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΚΑΜΑΡΑ 11:00 π.μ.

13 Φεβ 2018

ΘΕΣΕΙΣ για την απόρριψη ενός λανθασμένου συνθήματος | προς τους αγωνιστές της Αριστεράς και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος

ΘΕΣΕΙΣ για την απόρριψη ενός λανθασμένου συνθήματος
προς τους αγωνιστές της Αριστεράς και ευρύτερα του λαϊκού κινήματος


1| Ποιος και γιατί ανακινεί το ζήτημα του ονόματος;

Το παρόν κείμενο δεν μπορεί να αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση άποψης για το «μακεδονικό ζήτημα». Θεωρούμε ότι οι αναλύσεις της κάθε δύναμης για το «μακεδονικό» είναι κατατεθειμένες στα έντυπα της. Θα περιοριστούμε στην «τρέχουσα» επικαιρότητα, όχι για να αποφύγουμε τα ιστορικά ζητήματα, αλλά γιατί θέλουμε η άποψη μας να κατατεθεί με βάση τις εξελίξεις της συγκεκριμένης περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, τα άρθρα του σ. Δ. Μάνου στο περιοδικό «Έναυσμα» για το «Μακεδονικό» (1995) αποτελούν μια εξαιρετική έρευνα, η οποία αποτελεί μια συνολική τοποθέτηση μας για την ρίζα του ζητήματος. Έρευνα που ακουμπάει κρίσιμες καμπές της Μεγάλης Δεκαετίας του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα, χωρίς ωραιοποιήσεις ή διαμονοποιήσεις. Ίσως μάλιστα το παρόν κείμενο να παρακινήσει κάποιους να το μελετήσουν –τότε θα έχει πετύχει το σκοπό του.

Προκύπτει η ανάγκη μιας ακόμα διευκρίνισης. Ειδικά στο ζήτημα του «μακεδονικού», επικρατεί από πολλές πλευρές, και όχι μονάχα μέσα στην Αριστερά, μια επικίνδυνη λαθροχειρία. Η εθνολογική-ιστοριογραφική «κατασκευή». Ακόμα και σε μια έρευνα η οποία θα διαπνέονταν από την επιστημονική ιστορική μέθοδο, το φως της αντικειμενικής αλήθειας θα υποστεί πολλαπλές διαθλάσεις που έχουν να κάνουν με τους περιορισμούς των στοιχείων που έχουμε στην διάθεση μας, την παραχάραξη της ιστορίας από τις αστικές τάξεις της περιοχής, ακόμα και από την ίδια την εθνική μας καταγωγή, τις πολιτικές μας αδυναμίες κτλ. Έτσι, δίπλα στην ούτως ή άλλως «μη αντικειμενική», ταξική και αντιιμπεριαλιστική μας οπτική, θα έπρεπε να λάβουμε υπ’ όψιν πρόσθετες σύνθετες δυσκολίες, που ίσως καθιστούν την ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στα κινήματα μιας σειράς χωρών αναγκαία. Όπως γίνεται κατανοητό, στον αντίποδα αυτής της σεμνότητας που πρέπει να μας διακρίνει βρίσκεται η απαράδεκτη πρακτική της χρησιμοποίησης της «ιστορικής έρευνας» για να εξυπηρετήσει την προκατασκευασμένη θέση που έχουμε σκοπό να στηρίξουμε. Όταν μάλιστα αυτή η «έρευνα» διανθίζεται με επιλεκτική επιλογή εθνολογικών, ιστορικών και εθνικιστικών αφηγήσεων, τότε έχουμε να κάνουμε με συνειδητή παραχάραξη. Όχι πλέον της «επίσημης» ιστορίας που μας πλασάρει η αστική τάξη, αλλά της ιστορίας των ίδιων των λαών, των θελήσεων τους, των αγώνων τους. Η προτροπή μας στους αγωνιστές της Αριστεράς, ανεξαρτήτως άποψης, είναι να δείχνουν έντονη δυσπιστία ή απόρριψη σε τέτοιου είδους προκατασκευασμένες «ιστορικές» αναλύσεις.

Αφήνοντας στην άκρη την Ιστορία, και θεωρώντας τα μέχρι σήμερα «δεδομένα», θα επαναλάβουμε την θέση που διατυπώναμε το 1995 (σε μια εποχή όπου η εθνικιστική προπαγάνδα ήτανε σε ιδιαίτερη έξαρση) μέσα από τις γραμμές του περιοδικού Έναυσμα:

«Δεν υπάρχει Μακεδονικό Ζήτημα.

Βασικός και απαράβατος όρος για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα σήμερα με τις ανάγκες του σήμερα προς το συμφέρον των λαών της γεωγραφικής Μακεδονίας (και των Βαλκανίων γενικότερα), είναι ο αυστηρός διαχωρισμός ιστορίας και πολιτικής. Αυτό δε σημαίνει ότι αποδεχόμαστε σαν δίκαια τα «πορίσματα» της ιστορίας. Γνωρίζουμε, πώς η χάραξη των συνόρων, η εκκαθαριστική πολιτική των αστικών τάξεων, οι επεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δεν έγιναν με γνώμονα το δίκαιο, αλλά την επιβολή, το συμφέρον του ισχυρότερου, την πολιτική του διαιρεί και βασίλευε. Γνωρίζουμε επίσης, ότι οι λύσεις που επιβλήθηκαν (ειδικά στο ζήτημα μας) βασισμένες στην παραπάνω γραμμή, έχουν αφήσει πολλά ερωτηματικά. Όμως, δύο κύκλοι αιματηρών πολέμων (Α’ και Β’ παγκόσμιος πόλεμος), επαναβεβαίωσαν τα σύνορα των βαλκανικών κρατών και οριστικοποίησαν την εθνική τριχοτόμηση της γεωγραφικής, ιστορικής Μακεδονίας.


Μ’ αυτή την έννοια Μακεδονικό Ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί από την προοδευτική σκοπιά. Με την ίδια σημασία που δεν μπορεί να τεθεί Θρακικό, Βορειοηπειρωτικό, Κοσυφοπεδίου κτλ. Είμαστε ενάντια στην παραχάραξη των συνόρων. Οι δυνάμεις, που στην σημερινή κατάσταση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αμφισβητούν το απαραβίαστο των συνόρων θέλοντας ή μη γίνονται όργανα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και των σοβινιστικών κύκλων. Το ότι δεν τίθεται, από προοδευτική σκοπιά Μακεδονικό Ζήτημα σημαίνει, βέβαια, πώς είμαστε αντίθετοι τόσο στον τυχοδιωκτικό αλυτρωτισμό της «Αιγαιακής Μακεδονίας», όσο, βέβαια και στον σοβινισμό των «κοινών συνόρων με την Σερβία», του «θνησιγενούς γυφτοσκοπιανού κρατιδίου» κτλ. Είμαστε το ίδιο αντίθετοι στον σκοπιανό αλυτρωτισμό, που ζητάει την απελευθέρωση των «άλυτρων Μακεδόνων», όσο και στα κρεσέντα του εθνικισμού που ανεβάζουν σε 400 χιλιάδες τις ελληνικές «σκλαβωμένες ψυχές» του Μοναστηρίου και ζητούν «να τα πάρουμε πίσω». Καταγγέλλουμε την καπήλευση και τη σύγχυση της Μακεδονίας, σαν ιστορικού-γεωγραφικού προσδιορισμού με εθνικούς προσδιορισμούς, γιατί αυτή καλλιεργεί διάφορες διεκδικήσεις, ανάμεσα σε φίλους γειτονικούς λαούς. Ούτε το λεγόμενο «Μακεδονικό έθνος» είναι ο περιούσιος λαός της Μακεδονίας, ούτε βέβαια η Μακεδονία είναι «μία και ελληνική».


Για να καταλήξει το άρθρο: «Απειλή υπάρχει. Μόνο που δεν αφορά απλά την Μακεδονία ή εξαιρετικά την Ελλάδα. Μόνο που δεν προέρχεται τόσο από τους αδύναμους των Βαλκανίων, όπως είναι η ΠΓΔΜ. Η απειλή υπάρχει και αφορά όλους τους βαλκανικούς λαούς και τις χώρες της περιοχής. Προέρχεται από την ιμπεριαλιστική επέμβαση για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, που εντείνεται και διευρύνεται.»

Δυστυχώς, τόσα χρόνια μετά, γνωρίζουμε ότι η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με τον χειρότερο τρόπο με τους βομβαρδισμούς και τον τεμαχισμό της Γιουγκοσλαβίας, και πλέον αποτελεί ιστορία, έχοντας παράξει συγκεκριμένα πολιτικά δεδομένα στα Βαλκάνια. Και όπως θα δούμε παρακάτω, κανένας δεν μπορεί να προσπερνά αυτά τα δεδομένα στην πολιτική του ανάλυση.

Τοποθετώντας το ζήτημα στην σημερινή του διάσταση, οφείλουμε να δούμε ξανά τις δύο χώρες στον πραγματικό κόσμο, και να τις κατεβάσουμε από τα νεφελώματα των εθνοϊστορικών αφηγήσεων και αντί-αφηγήσεων. Να τις δούμε μέσα στην διαδικασία ξαναμοιράσματος του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές, σε συνθήκες γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης και ολομέτωπης αντεργατικής επίθεσης σε κάθε λαό ξεχωριστά, που εκτός των άλλων παράγει έντονα συναισθήματα σοβινισμού και καταπιεσμένου εθνικιστικού συναισθήματος. Μα και να θέλαμε να αποφύγουμε τα ζητήματα, αυτά ξεπηδούν αναγκαστικά από την ίδια την τρέχουσα πραγματικότητα. Και δεν εννοούμε μόνο την ματιά που πρέπει ο καθένας να ρίξει στον χάρτη των Βαλκανίων, και να αναλογιστεί τι έχει κληροδοτήσει μια 15ετία ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, αλληλοσφαγών και εμφυλίων πολέμων: μια σειρά αδύναμες χώρες που δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, υποτελείς και εξαρτημένες κυρίαρχα στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που έχει φυτέψει βάσεις σε ολόκληρη την περιοχή – επίσης εξαρτημένες στην ΕΕ, ή και στη Ρωσία. Κληρονομήσαμε μια σειρά ανοιχτά «μειονοτικά ζητήματα» που διαπλέκονται με τις «μεγάλες ιδέες» των αστικών τάξεων, οι οποίες προστρέχουν στον Αμερικάνικο ή ρώσικο ιμπεριαλισμό για να βρουν ολοκλήρωση. Οι Αλβανοί μέσα στην ΠΓΔΜ, Σέρβοι μέσα στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το ωρολογιακό ζήτημα του Κοσσόβου, μέχρι και ο ελληνικός πληθυσμός μέσα στην Αλβανία. Μια σειρά εθνικιστικές «νίκες» ή ταπεινώσεις, που αφήνουν ανοιχτές πληγές στο σώμα των Βαλκανίων. Ειδικά όταν όλες αυτές οι υπαρκτές εσωτερικές αντιθέσεις και οι κληροδοτημένες ιστορικές διαφορές διαπλέκονται με τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, όταν η εύφλεκτη ύλη συναντηθεί με τους γνωστούς πυροκροτητές των παγκόσμιων γεωπολιτικών συγκρούσεων (βλέπε Κορέα-Συρία-Λιβύη-Ιράκ-Αφγανιστάν και τόσοι άλλοι), ο κίνδυνος της αναζωπύρωσης των εθνικισμών σε όλα τα Βαλκάνια είναι παραπάνω από υπαρκτός.

Αλλά για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Πώς προέκυψε η τρέχουσα ανάσυρση του ονοματολογικού προβλήματος ανάμεσα σε Ελλάδα και ΠΓΜΔ και μέσα σε ποιο πλαίσιο εντάσσεται; Οι πρόσφατες εξελίξεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο παρανόησης: το ονοματολογικό πρόβλημα ανακινήθηκε από τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό με σκοπό την ένταξη της γειτονικής μας χώρα στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα, η ανάσυρση αυτή κάθε άλλο παρά ξαφνικά ή υπόγεια προέκυψε. Η ΠΓΔΜ βρίσκεται εδώ και δύο χρόνια σε μια οξεία κυβερνητική, θεσμική και πολιτική κρίση, η οποία ξεκίνησε με το ένοπλο επεισόδιο του Κουμάνοβο (9 Μάη 2015), ακολουθήθηκε από τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και παροξύνθηκε μετά τις εκλογές του Δεκεμβρίου του 2016. Τότε, παρόλο που το τότε κυβερνόν κόμμα του Γκρούεβσκι ήρθε πρώτο, σχηματίστηκε κυβέρνηση των άλλων κομμάτων (μεταξύ των οποίων και των μικρότερων, αλβανικών) με πρωθυπουργό τον Ζάεφ, την οποία αρνούνταν να ορκίσει για μήνες ο πρόεδρος Ιβάνοφ, ενώ είχε μάλιστα ξεκινήσει διαδικασία δίωξης του Γκρούεβσκι. Μετά από μήνες ταραχών που περιλάμβαναν και εισβολή μιας διαδήλωσης στην βουλή, έγινε τελικά κατορθωτός ένας προσωρινός συμβιβασμός και άρχισε η κυβέρνηση Ζάεφ να προωθεί την πολιτική της, που κύριο σκοπό έχει εκτός από μια νέα διευθέτηση του μειονοτικού, την επίλυση του ονοματολογικού με την Ελλάδα και την ένταξη στο ΝΑΤΟ, και ίσως στην ΕΕ. Τι είχε προηγηθεί όλων αυτών; Η συμφωνία Γκρούεσφκι-Ρωσίας για διέλευση ενεργειακού αγωγού. Οποιοσδήποτε με στοιχειώδη αντίληψη για την γεωπολιτική της περιοχής μπορεί να αντιληφθεί την συσχέτιση των γεγονότων, και δεν αξίζει να επιχειρηματολογήσουμε για τα αυτονόητα. Όποιος αμφισβητεί ότι το λεγόμενο «Μακεδονικό» έχει έρθει στο προσκήνιο ως κομμάτι του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτόν, δεν κλείνει απλώς ηθελημένα τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα, αλλά προσφέρει ανοιχτή εκδούλευση στον ιμπεριαλισμό και δεν αξίζει να αντιμετωπιστεί ως μια άποψη μέσα στο κίνημα, αλλά ως μια άποψη εχθρική προς το κίνημα. Οι θιασώτες αυτών των απόψεων είναι αναγκασμένες de facto να συρθούν πίσω από την κυβέρνηση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Όσο και αν η άποψη αυτή διατείνεται ότι αντιτάσσεται κυρίαρχα στον σοβινισμό και τον φασισμό και πιθανά να υιοθετεί αγωνιστική αντιφασιστική φρασεολογία, καταλήγει να εφάπτεται με τις επιδιώξεις και επιλογές της αστικής τάξης και να κινείται εντός των ορίων της εξάρτησης. Και δεν είναι μόνο στο ζήτημα αυτό που μια σειρά δυνάμεις έχουν δείξει τάσεις ενσωμάτωσης στον ΣΥΡΙΖΑ, συγκεκριμένα. Τέτοιος υποτιθέμενος «διεθνισμός» που ξεχνά το ΝΑΤΟ και τους πολέμους, ανήκει στον υπόνομο. Η πόρτα που άνοιξε ο Τσίπρας προς το κίνημα («να ηττηθεί ο εθνικισμός»), έχει ως σκοπό να το αφομοιώσει και να το χρησιμοποιήσει. Και γι’ αυτό κανονικά αυτή η πόρτα θα έπρεπε να κλείσει στη μούρη του.

Αν αναγνωρίζουμε την κατάσταση, μένει να τοποθετήσουμε το πρόβλημα στην πραγματική του βάση. Η «λύση» που προωθείται δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τα όνειρα, τις αγωνίες, τις ανάγκες των λαών των δύο χωρών. Η όποια «φιλία» επιχειρηθεί να οικοδομηθεί είναι αναπόφευκτα δηλητηριασμένη από εγκλήματα των ιμπεριαλιστών, κυριολεκτικά δηλητηριασμένη από το απεμπλουτισμένο ουράνιο, ναρκοθετημένη από τα τωρινά και μελλοντικά πολεμικά σχέδια. Ο όποιος «συμβιβασμός» προκριθεί, εάν γίνει εφικτό να γεφυρωθούν οι διαφορές των δύο αστικών τάξεων, θα είναι συμβιβασμός υπό το καθεστώς της εξάρτησης, και ενταγμένος στην διαδικασία της ΝΑΤΟποίσης των δυτικών Βαλκανίων. Συγκεκριμένα, σε μια διαδικασία επέλασης του Αμερικάνικου παράγοντα που σκοπεύσει στην πλήρη ανάσχεση των Ρώσων από την περιοχή, με το «χώνεμα» του πρόσφατα ενταμένου Μαυροβουνίου, και την περίσφιξη της Σερβίας από όλες τις μεριές, με σκοπό την οριστική συνθηκολόγηση της και την ένταξη της στον «δυτικό κόσμο». Κομμάτι αυτής της διαδικασίας είναι και το «κλείσιμο του ονοματολογικού». Γι’ αυτόν τον λόγο, ο συμβιβασμός που προωθείται, είναι αντιδραστικός, φιλοπόλεμος, και πρέπει να καταγγελθεί στους λαούς των Βαλκανίων.

Με αυτή την έννοια, οποιαδήποτε αναφορά στο ονοματολογικό, για το εάν πχ μια εκδοχή είναι «καλή» ή κάποια «κακή», για το αν προτιμάμε ή προτείνουμε κάτι μπορεί να απαντηθεί μονάχα με έναν τρόπο: με την αντιιμπεριαλιστική πάλη των λαών, με την καταγγελία της επέκτασης του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια, με κοινούς αγώνες για διώξιμο των βάσεων, με πάλη για ανεξαρτησία, που θα δημιουργήσει τους όρους οι λαοί των Βαλκανίων να ορίσουν οι ίδιοι την τύχη τους και να λύσουν τα ζητήματα που άνοιξαν οι εκμεταλλευτές τους. Εμείς έχουμε τοποθετηθεί απέναντι σε κάθε εκδοχή που κατοχυρώνει με οποιονδήποτε τρόπο «αποκλειστικότητα» και δημιουργεί «νικητές και ηττημένους» σε οποιαδήποτε πλευρά των συνόρων, φέρνοντας το κίνημα σε δυσχερή θέση και στις δύο πλευρές των συνόρων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κίνημα και οι οργανώσεις του μπορούν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο να συρθούν σε έναν δημόσιο διάλογο για το ποιο όνομα θα είναι το καλύτερο ή το χειρότερο προκειμένου να μπει η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Με αυτή την έννοια, δεν έχουμε να προτείνουμε τίποτα για το όνομα. Είναι επιτακτική η ανάγκη να δυναμώσουν οι αντιπολεμικές, αντιβασικές, αντιΝΑΤΟίκες κινητοποίησης. Αυτό έχουμε να προτείνουμε!

Τέλος, θα αναφερθούμε ξανά στο ζήτημα των συνόρων. Είναι ένα υπαρκτό ζήτημα. Ειδικά στο τρίγωνο Σερβία-Βοσνία-Αλβανία. Κυκλοφορούν μάλιστα σε γεωπολιτικές αναλύσεις εκδοχές ανταλλαγής συνόρων, που συνοδεύονται από τους χάρτες της Νέας Αλβανίας, της Νέας Σερβίας, κτλ. Το πρόσφατο αφήγημα αναφέρεται σε μια τάχα «ειρηνική διευθέτηση» των διαφορών. Η ανιστόρητη αυτή άποψη προσπερνά τόσο τους χάρτες της κάθε Μεγάλης Ιδέας των αστικών τάξεων, όσο και την ιμπεριαλιστική ανάμιξη, που αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα. Σε συνθήκες ολόπλευρης κρίσης του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος, δεν μπορούν να συμβούν «ειρηνικές διευθετήσεις», αλλά θα συμβούν αιματηροί πόλεμοι. Οποιαδήποτε λοιπόν άποψη παραβλέπει το ζήτημα των συνόρων συνολικά στα Βαλκάνια, εξετάζοντας το ένα ή το άλλο ζήτημα χωριστά ή ιστορικά και προπαντός αποκομμένα, είναι καταδικασμένη να γνωρίσει μεγάλους αιφνιδιασμούς –δυστυχώς έχουμε δει τέτοιους στο παρελθόν… Γιατί έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι η περιοχή των Βαλκανίων λειτουργεί ως ανεξέλεγκτο ντόμινο. Έτσι και στο ονοματολογικό. Το ζήτημα του ονόματος είναι και ζήτημα συνόρων, που είναι ζήτημα πολέμων. Και κάθε φωνή που με οποιονδήποτε τρόπο το αναπαράγει, θα έπρεπε να δέχεται κριτική μέσα στο κίνημα, ανεξαρτήτως αν το κάνει με την καλύτερη των προθέσεων (αυτό δεν το αμφισβητούμε, για την συντριπτική πλειοψηφία). Όμως «ο δρόμος για την κόλαση είναι σπαρμένος με καλές προθέσεις».

2| Μέσα από τα λόγια των άλλων…


Θα μπορούσαμε όμως αυτή τη στιγμή να δώσουμε το λόγο στις ίδιες τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς.

«Η ανακήρυξη της «ανεξαρτησίας» του Κοσόβου είναι αποτέλεσμα της πολιτικής των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ και της ΕΕ, καθώς και των ανταγωνισμών των αναδυόμενων αστικών τάξεων στην περιοχή. […] Η εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής για τη δημιουργία ασταθών και ελεγχόμενων κρατιδίων εφαρμόζεται με τον πιο κυνικό τρόπο. Η ΕΕ συνολικά και οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν τις δικές τους τεράστιες ευθύνες για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας […] Ο κύκλος αίματος που άνοιξε το 1989 δεν κλείνει και απειλεί να πλημμυρίσει όλα τα Βαλκάνια. Η εύθραυστη και επιβεβλημένη «ειρήνη» από τους μισθοφόρους της νατοϊκής ΚFOR ετοιμάζεται να ξαναδώσει τη θέση της στις πολεμικές αναμετρήσεις.

Όλοι έχουν πάρει τις θέσεις τους για το νέο γύρο, επιδιώκοντας τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη. Οι Αμερικανοί φτιάχνουν τη μεγαλύτερη βάση στο Κόσοβο, για να προστατεύσουν τους αγωγούς και τα συμφέροντα τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μεταφέρει άλλους 1.900 αστυνομικούς, ενώ η Ρωσία αγοράζει ό,τι μπορεί στη Σερβία, για να πλασαριστεί καλύτερα στον ανταγωνισμό […] Από εδώ και πέρα όλα τα σχέδια και σενάρια, ακόμα και η συνολική -με πόλεμο- αλλαγή των συνόρων, είναι δυνατά. Το μέλλον για τα Βαλκάνια διαγράφεται ζοφερό. Μόνο η ανεξάρτητη αντιιμπεριαλιστική και διεθνιστική πάλη των λαών αποτελεί ελπίδα. […] Στο πλαίσιο αυτό, η δεκαεπτάχρονη αντιπαράθεση για το όνομα της ΠΓΔ της Μακεδονίας εισέρχεται σε νέα φάση με τη «μεσολάβηση» των ΗΠΑ και την εμπλοκή του ΝΑΤΟ, οι οποίοι επιδιώκουν ρόλο επιδιαιτητή για τη συμμόρφωση των βαλκανικών χωρών με τις επιλογές τους. Αρνούμαστε αυτή τη διαδικασία. Καμιά λύση δεν μπορεί να προέλθει από την ιμπεριαλιστική παρέμβαση ή στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ (π.χ. με την άσκηση του περιβόητου βέτο). Δεν ξεχνούμε ότι ο ελληνικός ιμπεριαλισμός ανέδειξε το θέμα του ονόματος της Μακεδονίας στις αρχές της δεκαετίας του΄90 για να μετατρέψει το μικρό γειτονικό κρατίδιο σε «πίσω αυλή» του, ενώ δεν έλειψαν και τα σχέδια διαμελισμού του. [… ] Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν. Η κατοχύρωση του απαραβίαστου των συνόρων, η αντίθεση στον εθνικισμό και σε κάθε είδους αλυτρωτική προπαγάνδα, η κοινή πάλη κατά του ιμπεριαλισμού και του πολέμου, η διεθνιστική ταξική αλληλεγγύη και κοινή πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση (και των ελληνικών πολυεθνικών στα Σκόπια), η αναγνώριση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων σε όποια βαλκανική χώρα κι αν βρίσκονται, αποτελούν τη βάση για να αντιμετωπιστεί με άλλο τρόπο και το ζήτημα της ονομασίας.
[…]
Το όνομα Μακεδονία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται εναντίον κανενός άλλου. Μια ονομασία η οποία θα παίρνει υπόψη το σύνολο των εθνικών, πολιτιστικών και άλλων ευαισθησιών, όλων των χωρών του ιστορικού γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας, πέρα από κάθε λογική επιβολής, θα συνέβαλε στη φιλία των λαών.
[…]
Οι εργαζόμενοι της ΠΓΔΜ έχουν το δικαίωμα του αυτοκαθαρισμού, στο πλαίσιο του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον εθνικισμό, για την κατάκτηση της κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν κλείνουμε, ωστόσο, τα μάτια στην πολιτική της κυρίαρχης, σλαβομακεδονικής κυρίως, αστικής τάξης της ΠΓΔΜ, η οποία τροφοδοτεί μια εθνικιστική αλυτρωτική εκστρατεία σήμερα, βαθαίνοντας την εκμετάλλευση των εργαζομένων στη χώρα της. Είναι ολοένα πιο σφιχτά δεμένη με το άρμα του ιμπεριαλισμού και ειδικά των ΗΠΑ, με κίνδυνο να μετατρέπεται η γειτονική χώρα σε πιόνι του -και άρα σε νάρκη πολεμικών τυχοδιωκτισμών- στα Βαλκάνια και γενικότερα.

[Ανακοίνωση του ΝΑΡ για τις εξελίξεις στα Βαλκάνια , 2007]

Αν βγάλουμε την άποψη περί ελληνικού ιμπεριαλισμού, και κάποια άλλα σημεία στο πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης, θα λέγαμε ότι συμφωνούμε σε μεγάλο βαθμό. Κρίμα όμως για τους συντρόφους του ΝΑΡ, να αθετούν οι ίδιοι τις δικές τους τοποθετήσεις. Δεν βλέπουμε παρόμοιες ανησυχίες για το ζήτημα των εκατέροθεν εθνικισμών, που πρέπει αμφότεροι να απομονωθούν, στην ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ:

«Η άρχουσα τάξη στην χώρα μας είδε εξαρχής το μικρό αυτό κράτος σαν «ζωτικό οικονομικό και πολιτικό χώρο». Οργάνωσε τις επενδύσεις μεγάλων ελληνικών τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων στην περιοχή (ενέργεια, εμπόριο κλπ), ενώ επεδίωκε να αποτελέσει το διαμεσολαβητή για την ένταξη στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

«Ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις και τα αντίστοιχα κράτη είναι συντριπτικός σε όφελος της Ελλάδας έτσι ώστε να καταντάνε ανέκδοτο οι εθνικιστικές κραυγές περί του «κινδύνου από τα Σκόπια»!
[…]
Δεν είναι ο δρόμος της ένταξης στο ΝΑΤΟ αυτός που μπορεί να εξασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Ο μόνος είναι η ενότητα της εργατικής τάξης και των λαών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, η μη ένταξη και η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ όλων των χωρών της περιοχής, η πάλη ενάντια στα εξοντωτικά μέτρα που επιβάλλουν τρόικες και ΔΝΤ και ενάντια στους επικίνδυνους εθνικισμούς που καλλιεργούν οι αδηφάγες ντόπιες αστικές τάξεις - σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες. Είναι τέλος ο σεβασμός στο δικαίωμα του κάθε λαού να αποφασίζει ο ίδιος το πώς θα ονομάζεται η χώρα του και όχι να αποφασίζουν γι' αυτόν οι «νονοί» των Βαλκανίων, τοπικοί και διεθνείς, με σεβασμό στον πολυεθνικό χαρακτήρα του ιστορικού χώρου της Μακεδονίας.»

Υπάρχει σαφής απόσταση ανάμεσα στις δύο τοποθετήσεις, που φυσικά δεν είναι άσχετη με τις δυνάμεις που παρεμβαίνουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ειδικά το ΣΕΚ. Διαβάζουμε στην «Εργατική Αλληλεγγύη» στο άρθρο με τίτλο «Η Αριστερά πρέπει να είναι αντίθετη στα “σύνθετα” παιχνίδια των Νονών»:

«Το όνομα ούτε είναι, ούτε ήταν ποτέ το πραγματικό ζήτημα στις διαμάχες ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Στο συμβολικό επίπεδο, όμως, η σημασία του ήταν πάντα μεγάλη. Με την άρνησή της να αποδεχτεί το όνομα "Δημοκρατία της Μακεδονίας", η άρχουσα τάξη της Ελλάδας έστελνε και στέλνει ένα εκβιαστικό μήνυμα στη γειτονική μας χώρα: καμιά πολιτική των Σκοπίων δεν θα γίνει αποδεκτή (ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Που να γίνει «αποδεκτή» άραγε;) εάν δεν έχει εξασφαλίσει πρώτα την έγκριση της Αθήνας.
[…]
Οι συσχετισμοί είναι συντριπτικά σε βάρος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, οικονομικά, στρατιωτικά, διπλωματικά. Το ΑΕΠ της Ελλάδας, ακόμα και μετά την κρίση, βρίσκεται κοντά στα 180 δις Ευρώ. Των "Σκοπίων" είναι μόλις 9 δις. Η Ελλάδα ξοδεύει πάνω από το 2% του ΑΕΠ κάθε χρόνο για στρατιωτικές δαπάνες -ένα ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 4 δις. Η "FYROM" το 1% -δηλαδή 90 εκατομμύρια όλα και όλα. Ο ελληνικός στρατός έχει 147 χιλιάδες αξιωματικούς και οπλίτες. Ο στρατός της Δημοκρατίας της Μακεδονίας 16 χιλιάδες. Η Ελλάδα έχει μια από τις πιο σύγχρονες πολεμικές αεροπορίες στον κόσμο - την οποία ετοιμάζεται τώρα να ενισχύσει με ένα σμήνος (12-20 αεροπλάνα) από F35 - Stealth. Η Μακεδονία δεν έχει ούτε ένα πολεμικό αεροσκάφος.
[…]
Ο μόνος αρμόδιος για να αποφασίσει πώς θα ονομάζεται η κάθε χώρα είναι ο ίδιος ο λαός της. Και το ίδιο ισχύει για το σύνταγμα, τη σημαία, τα σύμβολα και την "ιστορία". Το καθήκον της αριστεράς στην Ελλάδα είναι να αντιπαλεύει τις ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις του δικού μας καπιταλισμού και όχι να καταγγέλλει τον "αλυτρωτισμό των Σκοπίων". Η επιμονή στη "σύνθετη ονομασία" δεν είναι κομμάτι της λύσης αλλά κομμάτι του προβλήματος.»


Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, μπορούμε σε αυτό το σημείο να κάνουμε κάποια συγκεκριμένα σχόλια. Αλήθεια, επειδή οι στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας είναι λιγότερες από αυτές της Τουρκίας, επειδή ο συσχετισμός είναι αρνητικός ενάντια στην ελληνική αστική τάξη, αυτό μετατρέπει την τούρκικη σε επιθετική και την ελληνική σε αμυντική; Και ποιο είναι το σημείο εκείνο από το οποίο και μετά κάποιος καπιταλισμός μετατρέπεται σε επιθετικός ή αμυντικός. Όπως καταλαβαίνουμε, η δογματική αυτή αντίληψη μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη, και προπαντός καμία σχέση δεν έχει με τον μαρξισμό. Τέλος, αναρωτιόμαστε: αποφάσισε πράγματι ο λαός της ΠΓΔΜ, αποφάσισαν οι σλαβομακεδόνες και οι αλβανόφωνοι; Ή και σε αυτούς επιβλήθηκε ένα τεχνητό σοβινιστικό αφήγημα που περισσότερο είχε να κάνει με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια για τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και το στήσιμο ενός κράτους, παρά είχαμε μια «από τα κάτω» διαδικασία αυτοδιάθεσης.

Όμοια διαβάζοντας και την ανακοίνωση της ΟΚΔΕ:

«Ο ίδιος ανταγωνισμός αναπτύσσεται ραγδαία και στα Βαλκάνια. Οι υπεύθυνοι της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας –οι εγκληματίες πολέμου ΗΠΑ και ΕΕ– προσπαθούν να επιβάλουν τις επιλογές τους στις βαλκανικές χώρες με πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και όχημα τα δεσμά του ΝΑΤΟ. Σκοπός η πλήρης απομόνωση της Ρωσίας από πολιτική επιρροή στην περιοχή και η φραγή των εμπορικών δρόμων για την ρώσικη ενέργεια και τα κινέζικα εμπορεύματα. Έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο Αλβανίας – Βουλγαρίας – Κοσσόβου – ΠΓΔΜ και Ελλάδας, ζητούν άμεσα την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ στην σύνοδο του Ιουλίου 2018, ώστε να δημιουργήσουν μια Νατοϊκή ζώνη–φρένο στη Ρωσία (ήδη έχουν μια τεράστια βάση πάνω στα σύνορα ΠΓΔΜ–Κοσσόβου) και να πιέσουν αφόρητα τη Σερβία να κόψει τις σχέσεις της με την Ρωσία και να ενταχθεί επίσης στο ΝΑΤΟ (να πάει δηλαδή στην αγκαλιά των σφαγέων της). Έτσι θα εξασφαλίσουν τον πλήρη έλεγχο των Βαλκανίων, απωθώντας ρώσους, κινέζους και τούρκους από την περιοχή. Ένα σχέδιο που προωθούν με μανία, που έχει όμως και αντιφάσεις, όπως η σύγκρουση αυτού του σχεδίου με συμφέροντα των ιμπεριαλιστών της ΕΕ. Αυτή την απαίτηση των ΗΠΑ, για διευθέτηση της διαφοράς Ελλάδας–ΠΓΔΜ επί του ονόματος Μακεδονία, ώστε να μπει άμεσα η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, εκτελούν τα γιουσουφάκια του ΣΥΡΙΖΑ (στην πραγματικότητα εκ’ μέρους όλης της αστικής ελίτ).»

Για να συνεχίσει:

«Το ίδιο ισχύει και στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, όπου ο πληθυσμός έχει γαλουχηθεί για δεκαετίες με την εθνική συνείδηση του Σλαβομακεδόνα/Μακεδόνα και ειδικά μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας η ίδρυση αυτού του κρατιδίου βασίστηκε στην εθνικιστική προπαγάνδα της άρχουσας τάξης για το μακεδονικό έθνος. Εκατοντάδες αγάλματα του Μ. Αλεξάνδρου και η σημαία της Βεργίνας προσπάθησαν να γίνουν συγκολλητικός εθνικός μύθος ενός πληθυσμού που κατά 30-35% αποτελείται από Αλβανούς. Η εθνική συνείδηση του Μακεδόνα ήταν το μόνο καταφύγιο για μια άρχουσα τάξη που φοβόταν και φοβάται πως χωρίς αυτό το όνομα, κινδυνεύει να απορροφηθεί από την μεγάλη Αλβανία ή Βουλγαρία, που επηρεάζουν πληθυσμούς στην ΠΓΔΜ. Οι αφηγήσεις των εθνικιστών είτε στην Ελλάδα είτε στην ΠΓΔΜ περί απόγονων των αρχαίων μακεδόνων και γόνων του Μ. Αλεξάνδρου είναι ανιστόρητα παραμύθια

Η κατάληξη όμως του κειμένου δεν είναι η αναμενόμενη: «Είναι ένα βασικό ζήτημα για τους Κομμουνιστές και το εργατικό κίνημα (που πρέπει πάντα να αξιολογείται σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένα), η αναγνώριση του δικαιώματος κάθε λαού στην αυτοδιάθεση και την ξεχωριστή κρατική του υπόσταση, εάν αυτό επιθυμεί. Αυτό όχι γιατί υπερασπιζόμαστε τα εθνικά σύνορα και τις εθνικές ιδέες, αλλά γιατί θεωρούμε πως η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος για την ελεύθερη έκφραση και οργάνωση των εθνικών χαρακτηριστικών και ιδιαιτεροτήτων ενός λαού, είναι απαραίτητο βήμα για να οικοδομηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ των εργατικών τάξεων όλων των χωρών, πράγμα απαραίτητο για να καταπολεμηθούν εθνικιστικές ιδεολογίες και νοοτροπίες που προσπαθούν να ενσταλάξουν οι καπιταλιστές/ιμπεριαλιστές στη συνείδηση των εργατών/υπηκόων τους σε κάθε αστικό κράτος. […] η ελληνική εργατική τάξη και ο ελληνικός λαός πρέπει να αναγνωρίσουν στους γείτονες το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της ονομασίας τους χωρίς αλυτρωτισμούς και εθνικιστικές ανοησίες (χάρτες που περιλαμβάνουν ολόκληρη τη Μακεδονία κ.λπ.), ώστε να διώξουμε κάθε σύννεφο εθνικισμού και αλυτρωτισμού που δηλητηριάζει τις σχέσεις μας.»
Ναι μεν έχουμε να κάνουμε με «ανιστόρητα παραμύθια», τα οποία όμως η ελληνική εργατική τάξη θα πρέπει να τα αποδεχθεί στο όνομα της αυτοδιάθεσης (και γιατί τότε να μην τα αποδεχθούν και οι εργαζόμενοι της ΠΓΜΔ;). Και μάλιστα να τα αποδεχθούμε «χωρίς αλυτρωτισμούς και εθνικιστικές ανοησίες», πράγμα αδύνατο, καθώς η διεκδίκηση από την σλαβομακεδονική ελίτ της εθνικής ταυτότητας και της κληρονομιάς όλη της Μακεδονίας δια μέσου του ονόματος, συνιστά μια εθνικιστική ανοησία, που είναι αδύνατον να μην συνοδεύεται από χάρτες και μεγαλοϊδεατισμούς. Καταλήγει έτσι η ανακοίνωση της ΟΚΔΕ να αντιφάσκει. Καταλήγει σε μια θέση που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από τα κινήματα και των δύο χωρών και να οικοδομήσει κοινές διεθνιστικές θέσεις, καθώς η αποδοχή του εθνικού αφηγήματος της γειτονικής αστικής τάξης εκ τω πραγμάτων φέρνει σε δύσκολη θέση το σύμμαχο εργατικό κίνημα, το οποίο με τι μέσα και επιχειρήματα καλείται να αντιπαλέψει τον σοβινισμό και τις διάφορες «εθνικιστικές ανοησίες», που δυστυχώς μόνο ανοησίες δεν είναι.

Το ΕΕΚ και την ΟΡΜΑ καλούν «διεθνιστική συγκέντρωση», η οποία συνοδεύτηκε από την ακόλουθη ανακοίνωση:

Ενάντια στα συλλαλητήρια εθνικιστικής μισαλλοδοξίας. Για το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Το εθνικιστικό μίσος τροφοδοτεί τις επεκτατικές βλέψεις του ελληνικού καπιταλισμού, τους ανταγωνισμούς των καπιταλιστών στα Βαλκάνια και τις σχέσεις πατρωνίας με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Ο εθνικισμός που συγκροτείται απέναντι στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ανοίγει το δρόμο για τη στρατιωτικοποίηση των κοινωνιών και των κρατών, ενισχύει το ρατσισμό στη μακεδονική μειονότητα που κατοικεί στην Ελλάδα και γίνεται όχημα για την άνοδο του φασισμού.

Η ταξική αλληλεγγύη και ο κοινός αγώνας του Ελληνικού και Μακεδονικού λαού είναι ο μοναδικός όρος για μια ειρηνική συνύπαρξη στα Βαλκάνια. Οι εργατικές τάξεις και οι λαοί των Βαλκανίων δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Εχθρός τους είναι το σύστημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, και όχι κανένας γείτονας. 

Φυσικά, το κάλεσμα της συγκέντρωσης δεν είναι άσχετο με τις απόψεις τόσο του ΕΕΚ όσο και της ΟΡΜΑ. Διαβάζουμε λόγου χάρη στην ανακοίνωση του Π.Γ. του ΕΕΚ για τον εμπρησμό της Libertatia:

«Το ζήτημα είναι ταξικό: ή το κεφάλαιο με τον εθνικισμό θα πνίξει τον λαό σήμερα στην εθνικιστική χολή κι αύριο στο αίμα ενός πολέμου, ή η εργατική τάξη επικεφαλής των φτωχών λαϊκών μαζών θα σηκώσει την σημαία της αδερφοσύνης των καταπιεσμένων λαών και θα τσακίσει το κεφάλαιο. Κανένας λαός δεν μπορεί να είναι ελεύθερος εάν θέλει να υποδουλώσει ή να “ονοματοδοτήσει” άλλο λαό, μαζί και τους κατοίκους της γειτονικής Μακεδονίας.»

Στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας του ΕΕΚ, «Νέα Προοπτική», ο αρθρογράφος Θ. Κουτσουμπός αναφέρει «O λαός της Mακεδονίας έχει δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Kανείς δεν μπορεί να γίνει «νονός» και ονοματοδότης άλλων λαών. Kαι παρά το ότι οι κάτοικοι της Δημοκρατίας της Mακεδονίας αποτελούνται από Σλάβο-Mακεδονικό στοιχείο κατά πλειοψηφία, με σημαντική Aλβανική μειονότητα 30% και μικρότερες εθνοτικές ομάδες, ο ισχυρισμός της ελληνικής αστικής τάξης ότι δεν υπάρχει Mακεδονικό έθνος είναι ο ισχυρισμός των εθνικιστών που επιχειρούν διαχρονικά να πνίξουν τους άλλους λαούς. Πάνω στο έδαφος αυτού του εθνικισμού δεν αλιεύουν απλώς οι φασίστες και οι ναζιστές· αυτός ο επιθετικός εθνικισμός είναι ουσιώδης συνιστώσα του φασισμού και του ναζισμού...»

Και ο αυτοπροσδιορισμός της Αλβανικής μειονότητας; Πάνω σε αυτούς δικαιούται κανείς να γίνει νονός και ονοματοδότης;

Η ΟΡΜΑ μάλιστα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, αναφέροντας ότι

«Σε όλο τον πλανήτη υπάρχει μια ακροδεξιά αντιπολίτευση που αμφισβητεί τη δημοκρατική δυνατότητα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης.»
[…]
«Η αδυναμία του αστικού μπλοκ να υποστηρίξει με σαφήνεια τη μία ή την άλλη στρατηγική, το έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση της «μη-λύσης». Δημιουργώντας τις κατάλληλες πιέσεις στην κυβέρνηση αποτρέπουν «δια της διολίσθησης» μια οριστική λύση του «Μακεδονικού» ή, τουλάχιστον, τη χρέωση του στο αναλώσιμο πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, η ΝΔ δεν αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος του «εθνικού διχασμού» και μια ρήξη με την ΕΕ, αντίθετα απλά σιγοντάρει «από τα κάτω» τα εθνικιστικά κινήματα.


Όμως, η στρατηγική του μπλοκαρίσματος των εθνικών συμφωνιών με Βόρεια Κύπρο και Μακεδονία, όσο καλή και εξυπνατζίδικη φαίνεται σε καφενειακές συζητήσεις, στην ουσία πριονίζει την όποια ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας της δημοκρατικής ευρωπαϊκής προοπτικής. Η διέξοδος από την κρίση με συλλογικό όχημα την ενωμένη Ευρώπη, απαιτεί σταθερό πολιτικό περιβάλλον, εχέγγυους συνομιλητές και δημιουργία ασφαλής ζώνης επενδύσεων. Η μεταφορά του όποιου εθνικού προβλήματος «σε ευνοϊκότερη περίοδο» αποσταθεροποιεί τα Βαλκάνια και φλερτάρει με ενδυνάμωση εθνικιστικών αποσχιστικών κινημάτων που θα βλέπουν με διαφορετικές συμμαχίες το πολιτικό περιβάλλον.»


Κατόπιν αυτών, είναι απορίας άξιο: γιατί επιμένουν άραγε αυτές οι οργανώσεις να αναφέρουν το όνομα ΠΓΔΜ, ενώ σέρνονται ταυτόχρονα πίσω από το επιχείρημα του «αυτοπροσδιορισμού»; Δεύτερον, εάν άραγε προκύψει κάποια σύνθετη ονομασία από τις δύο κυβερνήσεις, και το γειτονικό μας κράτος αποφασίσει μια άλλη ονομασία, τότε όλοι αυτοί οι υπέρμαχοι του «αυτοπροσδιορισμού» θα υιοθετήσουν το νέο όνομα, θα σεβαστούν τις αποφάσεις των γειτόνων μας (οι οποίες θα έχουν φυσικά επιβληθεί από τον ιμπεριαλισμό), ή θα συνεχίσουν να αναφέρουν το όνομα «Μακεδονία»; Και γιατί άραγε κάποιοι… αυτοπροσδιορισμοί να είναι καλοί και κάποιοι άλλοι να είναι καλοί.

Ειδικά πάνω στο ζήτημα του λεγόμενου «αυτοπροσδιορισμού». Αυτοπροσδιορισμό συνιστά μια ελεύθερη επιλογή που έχει προκύψει μέσα από λαϊκές διαδικασίες, όπου ένας λαός προσδιορίζεται ως κάτι που αφορά τον ίδιο και την ύπαρξη του, μέσα από την δική του θέληση. Το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ένα εάν το ζήτημα του ονόματος είναι πρόβλημα «αυτοπροσδιορισμού». Ή εάν ο «αυτοπροσδιορισμός» είναι μια κούφια λέξη που χρησιμοποιείται από τον ιμπεριαλισμό για να περάσει την πολιτική του. Γιατί εδώ δεν έχουμε να απαντήσουμε εάν ο γειτονικός μας λαός «δικαιούται» να είναι έθνος, αν «δικαιούται» να είναι Μακεδόνας, όπως Μακεδόνες είμαστε και εμείς που ζούμε στο δικό μας κομμάτι Μακεδονίας. Το πραγματικό ζήτημα είναι ποιος και με ποιον σκοπό αποφάσισε να αναγνωριστεί το γειτονικό μας κράτος ως «Μακεδονία». Αυτοπροσδιορισμός δεν είναι κάποιος να έχει σχεδιάσει τον χάρτη για σένα, να τον τυπώνει, να τον επιβάλλει σε όλον τον κόσμο και ύστερα να επιλέγεις να «αυτοπροσδιοριστείς» μέσα στο πλαίσιο που άλλος σου έφτιαξε.

Τέτοιους «αυτοπροσδιορισμούς», έχουμε δει δυστυχώς πολλές φορές στα Βαλκάνια και δυστυχώς είναι πιθανό να ξαναδούμε. Και είναι σοβαρό ζήτημα για την Αριστερά μας, εάν αφέθηκε να παρασυρθεί κατά την διάρκεια του διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας σε απόψεις που στο όνομα του διεθνισμού και του αυτοπρσδιορισμού, είδανε με συμπάθεια τον UCK, τυφλώθηκαν από τον αντί-αντιιμπεριαλισμό και είδανε μόνο μία σφαγή, στη Σρεμπρένιτσα, και αιφνιδιάστηκαν ή έμειναν στην γωνία όταν ξεκίνησαν οι ΝΑΤΟϊκοι βομβαρδισμοί. Είναι όμοιοι αυτοί οι αιφνιδιασμοί και απογοητεύσεις με εκείνους που υπήρξαν στην Συρία, όταν η εξέγερση ενάντια στο καθεστώς Άσαντ βαφτίστηκε «λαϊκή επανάσταση», για να ακολουθήσει ο εμφύλιος, η εξέγερση ενάντια στον Καντάφι μετατράπηκε σε ιμπεριαλιστική επέμβαση με ανάμιξη της Ελλάδας, όμοια με την «Πράσινη Επανάσταση» στο Ιράν κτλ.

Η τοποθέτηση για την όποια πολιτική εξέλιξη, δεν μπορεί να μην λαμβάνει υπ’ όψιν ποιες πολιτικές δυνάμεις ηγεμονεύουν στην εκάστοτε περίπτωση, σε ποια σχέδια εντάσσονται, και ποιος θα πάρει αντικειμενικά το πάνω χέρι όταν υπάρξει η ανάμιξη του ιμπεριαλισμού. Ίσως εδώ η δικιά μας τοποθέτηση έχει την ανάγκη της καταδίκης των αντίθετων τάσεων: που υποτιμούν για παράδειγμα τον μεγαλοσέρβικο εθνικισμό, που ονομάζουν το καθεστώς Άσαντ τάχα αντιιμπεριαλιστικό κτλ. Δε νομίζουμε ότι είναι ανάγκη να αποδείξουμε την «καθαρότητα» μας. Η υποστήριξη της όποιας «άλλης πλευράς» δεν είναι χαρακτηριστικό μιας πραγματικά αντιιμπεριαλιστικής άποψης. Η αντιιμπεριαλιστική άποψη υποστηρίζει τους λαούς, και όχι τις κυβερνήσεις και τα καθεστώτα που τους εξουσιάζουν. Αλλά ξαναγυρνώντας στο ζήτημα της ΠΓΔΜ. Τι συνιστά άραγε η άκριτη υιοθέτηση του γειτονικού σοβινιστικού αφηγήματος; Διεθνισμό;

Φυσικά, μια συνεπής αντιιμπεριαλιστική άποψη θα πρέπει να συγκροτηθεί απέναντι και στην εναλλακτική λαθεμένη ανάγνωση του ζητήματος, στην οποία προβαίνει ο επίσημος ρεφορμισμός. Γιατί και εκεί παρατηρούνται παρεκκλίσεις, προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση.

Έντονα προβληματική θεωρούμε για παράδειγμα την τοποθέτηση της ΛΑΕ.

«Το κεντρικό πρόβλημα με τη FYROM, στο οποίο πρέπει να δοθεί προτεραιότητα, είναι ο αλυτρωτισμός της γείτονος, ο οποίος θεσμοποιείται στο νομικό καθεστώς της, στο σύνταγμα της, στις εκπαιδευτικές διαδικασίες και στην επίσημη επικοινωνιακή πολιτική. Αυτά είναι τα πρώτα και κύρια που πρέπει να ακυρωθούν για να διαμορφωθεί ένα νέο πλαίσιο σχέσεων. Και βεβαίως δεν είναι το κεντρικό θέμα, αποκλειστικά και μόνο, το όνομα» είπε ο κ. Λαφαζάνης και συνέχισε:

«Εμείς δίνουμε βάρος σε αυτή την ανάγκη, της θεσμικής ακύρωσης του αλυτρωτισμού, έτσι ώστε να ανοίξει ένας καλύτερος δρόμος, ένας ουσιαστικότερος δρόμος, στις σχέσεις. Χωρίς αυτή την ακύρωση, όποιο όνομα και αν υπάρξει στη FYROM, δεν πρόκειται να αλλάξει η κατάσταση ανάμεσα στις δύο χώρες και κυρίως δεν πρόκειται η Ελλάδα να δει με μια αισιοδοξία και μια νέα προοπτική το μέλλον των διακρατικών σχέσεων Ελλάδας και FYROM».

Ο Παν. Λαφαζάνης τόνισε ταυτόχρονα ότι «η εσπευσμένη προσπάθεια της κυβέρνησης για μια άρον-άρον ”διευθέτηση” που θα επικεντρώνεται στο όνομα και θα αγνοεί το ουσιαστικό ζήτημα του αλυτρωτισμού της γείτονος, όπως αυτός ο αλυτρωτισμός εκφράζεται σε ποικίλα επίπεδα, αντιπροσωπεύει την απόλυτη ευθυγράμμιση της κυβέρνησης Τσίπρα στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας, που επιζητούν επειγόντως μια Ατλαντική νεοψυχροπολεμική τάξη και επικυριαρχία στην περιοχή για να εξυπηρετήσουν τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές και στρατηγικές τους επιδιώξεις.»

Αντιγράφουμε από την ιστοσελίδα ΙSKRA. Κύριο πρόβλημα λοιπόν, είναι ο «αλυτρωτισμός της FYROM» και όχι ο ιμπεριαλισμός, που αναφέρεται, αλλά σε δεύτερο φόντο. Ακόμα και το κείμενο του «Αριστερού Ρεύματος της ΛΑ.Ε», που ξεκινάει από τον ιμπεριαλισμό, καταλήγει ότι : «Θεωρούμε ότι το κεντρικό πρόβλημα της χώρας μας σε σχέση με την FYROM συνίσταται στον αλυτρωτισμό της γείτονος. […] Υποστηρίζουμε πως όλα τα παραπάνω θέματα πρέπει να αναχθούν ως ζητήματα πρώτης προτεραιότητας και πως η ακύρωση τους μέσα από τις αναγκαίες και έγκυρες θεσμικές και άλλες αλλαγές, πρώτα απ’ όλα στο Σύνταγμα και στην εκπαίδευση στην FYROM αλλά και στις νοοτροπίες και αντιλήψεις της γείτονος, συνιστά προϋπόθεση για να ανοίξει ένας θετικός δρόμος στις σχέσεις των δύο χωρών.»

Τι συμπέρασμα βγαίνει από όλα αυτά;

Πρώτον ο αλυτρωτισμός υπάρχει μόνο από την άλλη πλευρά των συνόρων, και το ελληνικό κράτος έχει με κάποιον μαγικό τρόπο απαλλαχθεί από αυτόν. Είναι θέση όμοια με την εκτίμηση της ΛΑΕ για την κρίση στο Αιγαίο, όπου είδε μονάχα την «Τουρκική επιθετικότητα», και την «υποχωρητικότητα» των ελληνικών κυβερνήσεων. Λες και τα σχέδια για τα 12 μίλια και την κήρυξη ΑΟΖ δεν αποτελούν επιθετικότητα της ελληνικής αστικής τάξης. Το κλείσιμο του ματιού είναι ολοφάνερο, και θα εκτιμηθεί.

Δεύτερον: αν λοιπόν γίνουν αλλαγές στις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις «της γείτονος», τότε μπορεί άραγε να «ανοίξει ένας θετικός δρόμος στις σχέσεις των δύο χωρών»;. Γιατί η άποψη αυτή που καταθέτει η ΛΑΕ καταλήγει να ξεχάσει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και να μονολογεί για τον αλυτρωτισμό της ΠΓΔΜ, που αν εξαλειφθεί, τότε φαίνεται να λύνονται τα προβλήματα.

Και επειδή η πίεση που ασκείται στο ακροατήριο της ΛΑΕ, ειδικά μετά την συμμετοχή του Μ. Θεοδωράκη στο Σύνταγμα, είναι αφόρητη, καταλήγει:

«Η Ελλάδα τούτη την ώρα χρειαζόταν άλλα συλλαλητήρια. Συλλαλητήρια ενάντια στα μνημόνια, τις επιτροπείες, την λιτότητα, την παραγωγική παρακμή, την εξαφάνιση μισθών και συντάξεων, την εξαθλίωση, την φυγή της νεολαίας. Συλλαλητήρια, επίσης, που θα συνδυάζουν αυτά τα κοινωνικά ζητήματα με το σύνολο των εθνικών απειλών, πρώτα απ’ όλα των άμεσων που αφορούν κυρίως την Τουρκική προκλητικότητα και την ανάγκη μιας νέας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής για την προάσπιση της ειρήνης, της ασφάλειας και της ακεραιότητας μας, μακριά από ευρωατλαντικές και υπεραλταντικές δουλείες.»

Αλήθεια; Και οι ενεργειακές συμφωνίες του υπουργού του τότε ΣΥΡΙΖΑ, Λαφαζάνη, με τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, δεν συνιστούσανε δουλειά; Ή μήπως υπάρχουν «καλοί και κακοί» ιμπεριαλισμοί; «Καλές και κακές» εξαρτήσεις.

Το ΚΚΕ φαίνεται με πρώτη ανάγνωση ότι δεν πιέζεται από πουθενά. Η τοποθέτηση του φαίνεται αρχικά εξαιρετικά γωνιασμένη και ολοκληρωμένη.

«Και οι δύο πλευρές, ανεξάρτητα από την τοποθέτησή τους, αναγορεύουν σε κύριο ζήτημα το όνομα και κρύβουν το επικίνδυνο σκηνικό που στήνεται. Κρύβουν τη συμφωνία τους με τη ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα, κάτω από την οποία διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις, με στόχο την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ».

«Οι εξελίξεις δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ. Είναι κομμάτι των συνολικότερων σχεδιασμών που προωθούνται απο το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική - πολιτική - στρατιωτική παρουσία τους στα Δυτικά Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή. Να βγουν πιο ενισχυμένες στο σφοδρό ανταγωνισμό με άλλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, με επίκεντρο τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και δρόμων, τα μερίδια των αγορών. Γι' αυτό καίγονται τα ΝΑΤΟϊκά επιτελεία, η ελληνική κυβέρνηση και η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ. Γι' αυτό και ως ορίζοντας για την επίτευξη συμφωνίας καθορίζεται η Σύνοδος του ΝΑΤΟ τον Ιούλη».

Όντας οριοθετημένο απέναντι στον εθνικισμό και τον σοβινισμό (απέναντι στο «η Μακεδονία είναι ελληνική» αλλά και στο «Δημοκρατία της Μακεδονίας»), αλλά και στον ρωσικό ιμπεριαλισμό, το ΚΚΕ καταλήγει ότι «Οι εμπρηστές των Βαλκανίων -ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, ΕΕ- δεν θέλουν να δώσουν λύση υπέρ των λαών». Κι όμως. Ενώ στα λόγια το ΚΚΕ αναγνωρίζει την πραγματικότητα, ότι κάθε λύση στο υπάρχον πλαίσιο φέρει την σφραγίδα του ιμπεριαλισμού, δεν μπορεί να απαλλαχθεί από την λογική της «πρότασης». Και ενώ έχει καταγγείλει σε όλους τους τόνους την λογική της «λύσης», σπεύδει ύστερα να οριοθετήσει τις προϋποθέσεις για την λύση!

«Το ΚΚΕ, σ' αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, παλιότερα του ΣΥΝ, που φιγουράριζε στα εθνικιστικά συλλαλητήρια, είναι το μόνο κόμμα που εδώ και χρόνια έχει ξεκάθαρη θέση: Σε μια διαπραγμάτευση για εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης, στην οποία περιλαμβάνεται με οποιονδήποτε τρόπο το όνομα Μακεδονία και όποια παράγωγά του, αυτό θα πρέπει ρητά να γίνει αποδεκτό μόνο ως γεωγραφικός προσδιορισμός».

«Να μπει τέλος στην αλυτρωτική προπαγάνδα, να υπάρξει αμοιβαία αναγνώριση του απαραβίαστου των συνόρων, της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας των δύο χωρών».
Αν και φαίνεται αρκετά γωνιασμένη, η τοποθέτηση του ΚΚΕ αναιρέθηκε λίγες μέρες μετά δια στόματος Κουτσούμπα: «Προέχει να λυθούν ζητήματα αλυτρωτισμού και μια σειρά ζητήματος που αφορούν στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας. Χρειάζεται επαγρύπνηση των πολιτικών κομμάτων και ηγεσιών και από τον ελληνικό λαό». Και για το ΚΚΕ τελικά, μόνο η ΠΓΔΜ έχει αλυτρωτισμό και αυτός είναι το ζήτημα που «προέχει». Και καταλήγει το να ζητά επαγρύπνηση από τα κόμματα και τις ηγεσίες  - δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα αστικά κόμματα έχουν επαγρύπνηση. Ο κος Κουτσούμπας άραγε έχει τέτοια ανησυχία; Στην πραγματικότητα η τοποθέτηση αυτή αποτελεί ξεκάθαρο σύρσιμο πίσω από το κλίμα εθνικής ομοψυχίας.

Η ηγεσία του ΚΚΕ, ακόμα και όταν αναγνωρίζει όλους τους παράγοντες που κάνουν τον εκκολαπτόμενο συμβιβασμό αντιδραστικό, ακόμα και όταν καταγγέλλει στα λόγια τον συμβιβασμό και παραδέχεται την σκοπιμότητα του (να μπει η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ), διακατέχεται από την αρρώστια της προτασεολογίας και της θεσμικά υπεύθυνης πολιτικής τοποθέτησης. Αδυνατεί να αρνηθεί την συμμετοχή της στο διάλογο για τα εθνικά ζητήματα. Πολιτική που πηγαίνει χέρι-χέρι με τις εκάστοτε νομοθετικές πρωτοβουλίες, τις προτάσεις νόμου για την προστασία των ανέργων, την προστασία του συνδικαλισμού, την κατάργηση των Μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. Πολιτική που επέβαλλε στην ηγεσία του ΚΚΕ την συμμετοχή στο κάλπικο αποπροσανατολιστικό δημοψήφισμα του ΣΥΡΙΖΑ με το δικό του αποπροσανατολιστικό ερώτημα. Όσο και αν η πραγματικότητα βοά, το ΚΚΕ πάντα θα πρέπει να καταλήγει σε μια «υπεύθυνη πρόταση». Αναρωτιόμαστε, τελικά, γιατί να μην ψηφίσει το ΚΚΕ μια πρόταση που θα έχει βάλει τέλος στην αλυτρωτική προπαγάνδα, θα υπάρξει αμοιβαία αναγνώριση του απαραβίαστου των συνόρων.

3| Οριοθετημένοι απέναντι στα λανθασμένα συνθήματα. Οριοθετημένοι απέναντι στην λογική των «εθνικών ζητημάτων».

«Χωρίς «νικητές» και «νικημένους».

Ας έρθουμε λοιπόν στο ζήτημα του ονόματος και της άποψής μας για συμβιβαστική λύση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφόσον η ιστορική Μακεδονία είναι χωρισμένη στα τρία (ελληνική, γιουγκο-νοτιοσλαβική και βουλγαρική) φυσιολογικά μπορούν και πρέπει να έχουν τους αντίστοιχους προσδιορισμούς. Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε πως όσο δικαίωμα έχουν να αποκαλούν τους εαυτούς τους Μακεδόνες οι κάτοικοι της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας άλλο τόσο το έχουν και αυτοί της ελληνικής και της βουλγαρικής.

Όμως στην άποψή μας οδηγηθήκαμε κύρια για λόγους που τους θεωρούμε ακόμη πιο σημαντικούς. Ο κύριος αφορά το ότι έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα στην -αποκλειστική- χρήση του ονόματος Μακεδονία συμπυκνώνονται όλες εκείνες οι αρνητικές πλευρές στις οποίες αναφερθήκαμε προηγούμενα. Στις βλέψεις του «μακεδονικού έθνους» επί όλου του εδάφους της ιστορικής Μακεδονίας κ.λπ. Το μόνο λοιπόν που δεν θα θέλαμε είναι η ενθάρρυνση τέτοιων τάσεων και βλέψεων.

Μα, θα πει κανείς (λέγεται μάλιστα από ορισμένους), μπορεί μια μικρή και αδύναμη χώρα σαν τη FYROM να απειλήσει την πανίσχυρη για τα μέτρα της Ελλάδα; Ετσι είναι κατ’ αρχάς. Θα προσθέταμε μάλιστα -και χωρίς καμία διάθεση ωραιοποιήσεων- πως θεωρούμε τους Σλαβομακεδόνες σαν έναν από τους πιο φιλειρηνικούς λαούς. Αλλά στ’ αλήθεια, μήπως ήταν φιλοπόλεμοι οι Κοσοβάροι; Ή μήπως μπορούσε το Κόσοβο (ακόμη και η Αλβανία) να απειλήσει την πανίσχυρη για τα δικά τους μέτρα Σερβία; Υποστηρίζοντας λοιπόν το δρόμο του «συμβιβασμού» δεν έχουμε την αυταπάτη ότι αυτομάτως θα λυθούν όλες οι διαφορές και θα απαντηθούν όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί.

Εχουμε πλήρη επίγνωση τόσο των δυσκολιών όσο και των σημερινών συνθηκών που τις περιπλέκουν. Γνωρίζουμε ότι είναι μακρύς ο δρόμος μέχρις ότου οι δύο λαοί, εξαλείφοντας σε μια πορεία τις διαφορές τους, οικοδομήσουν σχέσεις και όρους συνεργασίας, φτάσουν σε επίπεδα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και φιλίας.
[…]
Εχουμε την πεποίθηση ότι αυτό είναι που θέλουν οι δυο λαοί στην πλειοψηφία τους, μια και αυτό είναι που ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους συμφέρονται και τις προσδοκίες τους. Οπως επίσης υπάρχουν δυνάμεις -και στις δυο πλευρές- που δεν το θέλουν. Δυνάμεις που πρόθυμα θα δέχονταν τη «στήριξη» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, στο πλαίσια του διαίρει και βασίλευε από μεριάς των τελευταίων. Υποστηρίζαμε λοιπόν και υποστηρίζουμε αυτή την κατεύθυνση και σήμερα και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους.»

[Βασίλης Σαμαράς, άρθρο στην Προλεταριακή Σημαία]

Αναφερόμενοι στην λογική του «συμβιβασμού», οριοθετούμενοι απέναντι στα λανθασμένα συνθήματα: «Η Μακεδονία είναι Ελληνική» και «Σ’ Ελλάδα-Τουρκία-Μακεδονία». Φυσικά δεν βάζουμε τα δύο συνθήματα στο ίδιο ζύγι. Αναγνωρίζουμε ότι το ένα ρίχνεται από τις δυνάμεις του φασισμού και του σοβινισμού, τις δυνάμεις του συστήματος, ενώ το άλλο από δυνάμεις του κινήματος. Δεν παύει όμως να είναι λαθεμένο και επικίνδυνο. Γιατί άθελα του ανατροφοδοτεί το σοβινιστικό αίσθημα και δίνει πόντους στην προπαγάνδα των εθνικιστών.

Αν το 2008, αναφερόμασταν στην «Π.Σ.» για έναν συμβιβασμό χωρίς νικητές και ηττημένους, βάζαμε την προϋπόθεση οι ίδιοι οι λαοί να έχουν επιλέξει τον συμβιβασμό αυτόν, και όχι να τους επιβληθεί «από τα πάνω», και ως αναγκαστικό βήμα για την προώθηση των ιμπεριαλιστικών πολεμικών σχεδίων στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό τον λόγο, η σημερινή φάση απέχει παρασάγγας από έναν τέτοιο συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός που προωθείται είναι ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ στο περιεχόμενο του, γιατί επιβάλλεται από τον ιμπεριαλισμό.

Οριοθετούμαστε απέναντι στα λανθασμένα συνθήματα αλλά και στην λογική των λεγόμενων «εθνικών ζητημάτων», τα οποία το σύστημα επιβάλλει να βρίσκουν λύση μέσα στα πλαίσια της εξάρτησης, της κυριαρχίας του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Έχουμε την άποψη ότι κανένα ζήτημα δεν θα λυθεί έτσι. Γι’ αυτό αρνούμαστε να μπούμε σε οποιαδήποτε κουβέντα που σκοπό έχει να μπορούνε προσδιορισμοί, γεωγραφικοί ή άλλοι, ως προϋπόθεση για μια διαδικασία που έχουμε απορρίψει. Η οριοθέτηση μας αυτή προς το σύστημα, δεν μας απαγορεύει να απευθυνόμαστε στους λαούς και των δύο χωρών και να τους εξηγούμε ότι χρειάζεται μια λύση που οι ίδιοι να δώσουν, «χωρίς νικητές και ηττημένους».

«Θεωρούμε εντελώς λαθεμένες τις απόψεις και πρακτικές που τις τελευταίες μέρες, εντελώς αστήριχτα, ανέδειξαν τον ντόπιο εθνικισμό-σωβινισμό περίπου ως τον κύριο εχθρό του κινήματος στον τόπο. Μέσα σε λίγες μέρες, εντελώς αβασάνιστα -ενδεικτικό των χαρακτηριστικών που έχουν διάφορες οργανώσεις και ομάδες (ριζοσπαστικές, αναρχοαυτόνομες, τροτσκιστικές κ.λπ.)- «ξέχασαν» το όλο πλαίσιο που αναφέραμε και αποφάσισαν να εξορμήσουν με όλα τα μέσα (ακόμα και στρατιωτικά) να χτυπήσουν τον εθνικισμό και τον σοβινιστικό τυχοδιωκτισμό της ντόπιας άρχουσας τάξης. Οι απόψεις αυτές αντιστρέφουν την πραγματικότητα και προσπερνούν την υποτακτική στάση της ντόπιας αστικής τάξης απέναντι στα σχέδια των ΗΠΑ.»
[…]
Αρνούμαστε «να αυτοπροσδιορίσουμε» τα εθνικά χαρακτηριστικά των λαών που κατοικούν στη γειτονική χώρα.

Επί της ουσίας, με τον λαό στο περιθώριο, κανένα όνομα δεν μπορεί να μπει ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΦΡΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ, χωρίς την επαγρύπνηση και δράση των ΙΔΙΩΝ των λαών ενάντια στην ιμπεριαλιστική ανάμιξη, στο διαίρει και βασίλευε. Πού στηρίζεται η βεβαιότητα ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» κόβει τα πόδια στον ντόπιο σωβινισμό; Ας πούμε ότι οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ δέχονται το όνομα αυτό. Μα καλά, δεν βλέπουν αυτοί οι πρόθυμοι νονοί, ότι από τη στιγμή που το όνομα αυτό παρουσιαστεί σαν «εθνική ήττα», ΘΑ ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΘΕΙ ένα ακόμη ισχυρότερο εσωτερικό αντιδραστικό ρεύμα, που κάθε άλλο παρά θα κόψει τον βήχα των εθνικιστών-σωβινιστών; Αντίθετα, θα τους δώσουν «επιχειρήματα», μεγαλύτερη δυνατότητα πίεσης και άλλοθι να απαιτήσουν την προσάρτηση του γειτονικού κράτους, αφού η Μακεδονία κατ’ αυτούς είναι ελληνική και δικαιούται να «συμπεριλάβει» οτιδήποτε «μακεδονικό».

[Αποφάσεις του ΚΟ του ΚΚΕ(μ-λ)]

Απευθυνόμαστε σε όλους τους αγωνιστές του κινήματος, με σκοπό να τους προβληματίσουμε: είναι ανάγκη για το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό, αντιφασιστικό κίνημα να διατηρήσει όλες αυτές τις οριοθετήσεις. Είναι πολιτικό προχώρημα για το κίνημα μας να περάσει την ανεμοβλογιά του αριστερίστικου, κοσμοπολίτικου ψευτοδιεθνισμού, και να αποβάλλει αυτό το βλαβερό σύνθημα, που κάνει ζημιά στην υπόθεση του κινήματος. Σύνθημα το οποίο ιδεολογικά και πολιτικά διαδόθηκε μέσα στο κίνημα όχι από τις δυνάμεις της αριστεράς, αλλά από τον χώρο της αναρχίας. Είναι ζήτημα πολιτικής συγκρότησης μιας σειράς οργανώσεων της αριστεράς, που αναφέρονται στο κομμουνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και έχουν να προσφέρουν, να πάψουν την πολιτική ουράς έως και αφομοίωσης.

Να αντικαταστήσουμε το λανθασμένο σύνθημα που κυριαρχεί με το: «Όλοι οι λαοί στη Μακεδονία, να διώξουμε του ΝΑΤΟ τη λυκοσυμμαχία».

ΚΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια: